Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Άντεστε. There is more to life than increasing its speed

Σαν να μάθαμε να κάνουμε περισσότερα και χειρότερα, αντί να κάνουμε λιγότερα και καλύτερα και με λιγότερα! Στα βουνά οι παλιοί λέγαν πως τα πολλά γίνονται απ’ τα λίγα κι όσοι μαζί το πήραν αυτό στις πόλεις έκαναν πολλά προσέχοντας τα λίγα.

Αρχικώς ήλθε το ελεύθερο ραδιόφωνο και τηλεόραση, μετά το κινητό τηλέφωνο, κατόπιν το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το περιβόητο προσωποβιβλίο (facebook) και ξεχυθήκαμε. Τελικά σήμερα όλα ανακατεύτηκαν, υπό ρυθμό ξέφρενο. Παρακολουθούμε διαδικτυακή τηλεόραση και βιντεάκια, ενόσω μέσω skype μιλάμε και βλεπόμαστε και μπορεί νάχουμε καλέσει και σε σταθερό δωρεάν, στο μεταξύ πεταγόμαστε κάθε τόσο κι εκεί στον τοίχο του fb να δούμε «τι παίζει», μην μας ξεφύγει τίποτα κι από δίπλα το τσατ, το twitter και πάει λέγοντας. Το content όμως ποιο είναι, είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει περιεχόμενο και ποιο, ή το κυνήγι των πάντων συνιστά και την απώλεια των πάντων; 

Και νομίζουμε ότι κάτι κάνουμε, ενώ ο χρόνος περνάει και το ουσιακό βάθος των πραγμάτων κι η αξίωση ποιότητας από τον ευατό μας, απ’ τους άλλους κι απ’ τα πράγματα γύρω μας, συνεχώς μετατίθενται σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, που όπως το πάμε, για πολλούς από εμάς δεν θάρθει ποτέ. Θαρρείς και γινήκαμε όλοι μονομιάς, σε χρόνο μηδέν, συγγραφείς, λογοτέχνες, διανοούμενοι, μάνατζερς, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, χωρίς την προαπαιτούμενη παιδεία και πειθαρχία. Πολυπράγμονες, πολυτεχνίτες αλλά και ερημοσπίτες τελικά; Ψηφιακές δημόσιες σχέσεις κι ο πανδαμάτωρ χρόνος, δυσήνιος χρόνος (1). 

Ναι, ο κόσμος σήμερα είναι δυνητικά παράδεισος ελευθερίας, γνώσης, κίνησης, εξωστρέφειας, σεβασμού, ευγενών εξάρσεων, καταξίωσης του πρωτείου του ατόμου απέναντι στις απρόσωπες μάζες που δυναστεύονται από τις δεσποτείες. Δυνητικά όμως, δεδομένο δεν είναι τίποτα στην ανοιχτή κοινωνία. Από εμάς, ή από εμάς όλο και περισσότερο εξαρτάται αυτό το δυνητικό. Και βεβαίως είναι παράδεισος σε σχέση με όλες τις άλλες εποχές της ιστορίας, όχι με αυτές που θα έρθουν. Γι’ αυτές η σημερινή μας κατάσταση ίσως να είναι το τέλος της προϊστορίας, της ολιγαρχίας, των κλειστών οριζόντων και των αρχέγονων συμπλεγμάτων και προκαταλήψεων μας. 

Στο πέρασμα του χρόνου λοιπόν, σωρεύουμε γνώσεις, γεμίζοντας άχρηστα τσουβάλια και μάλιστα ιδρώνοντας, ή ανάβουμε μια εσωτερική φλόγα με τη γνώση, επιλέγουμε την κατάλληλη χρήση της γνώσης από τις διαθέσιμες πλέον αστείρευτες δεξαμενές της; Ώστε να γίνουμε ξανά πιο άνθρωποι. Πρώτα για εμάς κι αμέσως ύστερα για τους άλλους και τέλος για όλους τους άλλους. Η γνώση μας προσφέρεται, η μάθηση από τον καθένα μας είναι το ζητούμενο. Κι η μάθηση, αυτό το πλήρως υποκειμενικό γι’ αυτό γοητευτικό βίωμα, θέλει άλλου είδους χρόνο κι αντίληψη του χρόνου. Ο καθένας μας κομίζει γνώση και πρότυπα, είναι άνθρωπος, πολίτης και δάσκαλος. Ωστόσο οι καλύτεροι άνθρωποι, πολίτες και δάσκαλοι είναι εκείνοι που δεν σου υπαγορεύουν τι ακριβώς να δεις και ν’ ακούσεις αλλά σε κατευθύνουν προς τα που να στραφείς και πως να το ψάχνεις. 

Στα αγγλικά μόνον η λέξη time υπάρχει. Η ελληνική γλώσσα έχει δύο λέξεις, χρόνος και καιρός. Ο χρόνος κατά Greenwich, η δυτική, απολύτως ορθολογική έννοια, με τα αυστηρά προγράμματα και τα αναμφισβήτητα θετικά αποτελέσματα τελικώς. Κι ο καιρός με την ποιοτική έννοια, της έμπνευσης, του φωτός, της απόλαυσης της στιγμής, της συνείδησης του φθαρτού, του ανεξερεύνητου βάθους των πραγμάτων. Καιρός που δεν υπολογίζει τον χρόνο, αλλά και χρόνος που παραχωρεί λίγο έδαφος στον καιρό. 

Λες "περνάει ο χρόνος" κι αυτό κατά βάθος σε βασανίζει, λες "υπάρχει καιρός" κι αυτό κατά βάθος σε λυτρώνει. Λες "χρονίσαμε" και δείχνεις σεβασμό στον δυτικό ορθολογισμό και τις αδήριτες ανάγκες της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Λες "καλοκαιράκι" και αναφέρεσαι στην ποιοτική ανεμελιά, την ανυστεροβουλία, την απώλεια συνείδησης παρέλευσης του χρόνου χάριν της υπαρξιακής ιδιοσυστασίας, να γίνεις ένα με τη φύση, όπου κι η γκρίζα πέτρα είναι ζωντανή, ν’ αγναντέψεις χωρίς ρολόι, να ερωτευτείς στο τζάκι ή στο σάδι, να κολυμπήσεις, να «κατεβάσεις» το τσίπουρο μόλις βγει απ’ το καζάνι, λουκούμια και μανιτάρια ή μανιτάρια - λουκούμια που τα ‘σπειρε ο Θεός και τα αποθέωσε ο άνθρωπος, να γκιζερίσεις χωρίς υπολογισμούς και ανταποδόσεις, καταρχήν, να ξεχαστείς και να ξεχάσεις, προς καλό. 

"Όσο πιο αργά δουλεύαν, τόσο πιο καλοί μαστόροι ήταν. Γλεντούσαν την αργάδα τς. 

Θυμάμαι τον πατέρα μ’ πούλεγε: «μια ζουρλοτσουκανιά, μια μέρα δουλειά», μια άσχημη καλεμιά ήθελε παραπάνω ώρες δουλειά." 

(1) δυσήνιος, δύσκολα υπακούει στα ινία, στα γκέμια, δύσκολα τιθασεύεται

(2) γκιζερήματα: άσκοπη περιπλάνηση στη φύση που τελικώς μπορεί και να μην είναι και τόσο άσκοπη, λέξη που απαντάται ακόμη στο Ζαγόρι

ΝΓ

Share this